Οι ψυχολόγοι εντοπίζουν σήμερα αρκετές διαφορετικές μορφές ρατσισμού. Ξεκινούν από αυτές που έχουν τις ρίζες τους στην προσωπικότητα του ατόμου και φτάνουν μέχρι τον κοινωνικό και πολιτισμικό ρατσισμό.
Σύμφωνα με το «Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας» της Ακαδημίας Αθηνών (έκδοση 2014)η λέξη πρωτοεμφανίστηκε στα γαλλικά (racisme) το 1902, ακολούθησαν τα ιταλικά (razzismo), το 1932 και τα αγγλικά (racism), το 1936. Στα γερμανικά, ο αντίστοιχος όρος είναι Rassismus. Προηγήθηκε πάντως η γαλλική λέξη raciste (=ρατσιστής),το 1892.
Ο ρατσισμός σε μια πρώιμη μορφή, αυτήν της εμμονής στην «καθαρότητα του αίματος», πρωτοεμφανίζεται στην Ιβηρική Χερσόνησο τον 15ο αιώνα. Ωστόσο, στη σύγχρονη του μορφή, θεωρείται ότι ορόσημο αποτελεί το έργο του Joseph Arthur de Gobineau “Essai sur l’ inégalité des races humaines”. («Δοκίμιο στην Ανισότητα των Ανθρώπινων Φυλών). Πρόκειται για ένα τετράτομο έργο, περίπου 1.700 σελίδων με αφιέρωση στο βασιλιά του Ανόβερου Γεώργιο Ε’.
Τις πρώτες δεκαετίες μετά το θάνατό του, η Γαλλία φαίνεται να αγνοεί τον Γκομπινό. Οι αριστοκρατικές ιδέες του, η νοσταλγία του παλιού καθεστώτος και η απέχθεια για όλες τις επαναστάσεις, δεν συγκινούσαν το γαλλικό κοινό. Για την Γαλλική Επανάσταση του 1789, ο Γκομπινό έγραφε: «Δεν μπορούμε να δούμε τίποτα άλλο (στη Γαλλική Επανάσταση του 1789) παρά μια κούφια ηθική, μια μεγάλη αγριότητα, μια άξια προσοχής αρπακτικότητα και μια λογική που ξεκινά με τη δολοφονία ενός φτωχού ανθρώπου, του Λουδοβίκου ΙΣΤ’, για να φτάσει στη γονυκλισία μπροστά σε έναν υπάλληλο». Τη Γαλλική Επανάσταση του 1789, ο Γκομπινό την απέδιδε στο έθνος των Γάλλων μιγάδων που προέκυψε από την ερωτική συνεύρεση των θυγατέρων των Γαλατορωμαίων και των Φράγκων κατακτητών».
«Εκεί που δεν πέρασε ποτέ το γερμανικό στοιχείο, δεν υπάρχει πολιτισμός, όπως εμείς τον αντιλαμβανόμαστε», έγραφε στις πρώτες σελίδες του Δοκιμίου ο Γκομπινό…
Το 1894, ιδρύθηκε στη Γερμανία η Gobineau-Vereinigung («Ένωση Γκομπινό»), που θεωρητικά απευθυνόταν σε κάθε λόγιο ή επιστήμονα που αποδεχόταν την αξία του έργου του Γκομπινό. Το σχέδιο προέβλεπε τη μετάφραση των έργων του στα γερμανικά και τη διάδοση των ιδεών του.
«Ψυχή» της «Ένωσης Γκομπινό» ήταν ο Λούντβιχ Σέμαν, άτομο της βαγκνερικής αυλής, μοναρχικός, εθνικιστής και παγγερμανιστής.
Το 1900, ο Λούντβιχ Σέμαν (1852-1938), μετέφρασε το Δοκίμιο του Γκομπινό στα γερμανικά. Το 1914 η «ΈνωσηΓκομπινό» είχε 360 μέλη και πενήντα εταιρείες. Όταν η Ένωση διαλύθηκε, το 1914, ιδρύθηκε από τον Σέμαν η «Επίτιμος Ένωση», με μέλη από τη Γερμανία. Το 1934, ο Σέμαν έστειλε στον Χίτλερ την έβδομη έκδοση της μελέτης του με τίτλο «Γκομπινό και Γερμανική Κουλτούρα». Ακολούθησε μια εγκάρδια αλληλογραφία μεταξύ Χίτλερ και Σέμαν και γενναία χρηματοδότηση από το Γ΄ Ράιχ προς την «Ένωση».Έτσι, συνδέθηκαν οι ιδεολόγοι του παγγερμανισμού με τους «διαδόχους απογόνους τους», τους εθνικοσοσιαλιστές και με το ναζιστικό καθεστώς. Πέντε εκδόσεις του Δοκιμίου, μεταξύ 1934 και 1937, χρησιμοποιήθηκαν σε μορφή σχολικών εγχειριδίων για τους μαθητές Λυκείου στη Γερμανία και με αφορμή τα 85α γενέθλια του Σέμαν, ο Χίτλερ του απένειμε το μετάλλιο Γκαίτε για τη συνεισφορά του στην επιστήμη του γερμανικού λαού.
Ο Γκομπινό, ενόσω βρισκόταν στην Ελλάδα έγραψε την «Ιστορία των Περσών». Το 1867, ένα χρόνο μετά την έναρξη της Κρητικής Επανάστασης, ο Γκομπινό γράφει στην αδελφή του, ότι η επανάσταση των Κρητικών ήταν μια βιωμένη εμπειρία που επαληθεύει τη φυλετική θεωρία του.
«Βρίσκω μια εξαιρετική ευδαιμονία γιατί γράφοντας τους Πέρσες μου ξαναβρίσκω την ιστορία του παρόντος σε αυτή του παρελθόντος, φέρνοντας την και πάλι στην επιφάνεια. Οι Αγησίλαοι, οι Χαβρίες, οι Τιμόθεοι και το υπόλοιπο σκυλολόι είναι ακριβώς το ίδιο επίπεδο, παλιάνθρωποι, το ίδιο ψεύτες και δειλοί με τους σημερινούς».
Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Γκομπινό, η Κρητική Επανάσταση είναι μια από τις πλέον δυσάρεστες σελίδες της ιστορίας και βοηθά να κατανοηθούν οι μάχες του Μαραθώνα, της Σαλαμίνας και των Πλαταιών, καθώς και η ιστορία του Μιλτιάδη και η υποτιθέμενη τιμιότητα του Θεμιστοκλή, «ενός κακούργου και ενός απατεώνα» αντίστοιχα. Στη διπλωματική αλληλογραφία του Γκομπινό με το Υπουργείο Εξωτερικών, ανέφερε ότι «ως προς την ύπαρξη μιας ελληνικής φυλής πρόκειται για θέση, το λιγότερο απαράδεκτη».
Αλλά και ο Παύλος Καρολίδης κατακεραυνώνει τον Γκομπινό: «Τα υπό του δήθεν ασιανολόγου A.Gobineauγραφέντα εν τη “Ιστορία των Περσών”, περί κίτρινης φυλής οικούσης εν Ελλάδι και εν Μακεδονία και Θράκη και εν ταις παραλίαις ταις δυτικές της Μικράς Ασίας, συγχωνευθείσης μετ΄άλλης φυλής και ταύτης ουχί τελείως Αρίας, της ελληνικής δήλον ότι είναι παντελώς ανάξια προσοχής, ως και πάντα τα άλλα εν τω διτόμω πραγματεία αυτού φαντασιωδώς γραφέντος ουδεμιάς εν τω επιστημονικό κόσμο, ηξιώθησαν προσοχής, στερούμενοι πάσης υποστάσεως επιστημονικής».
Στην έκτη έκδοση της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους» του Παπαρρηγόπουλου (1932), ο Καρολίδης στην εισαγωγή του και στο υποκεφάλαιο με τίτλο «Η ιδιοφυΐα της ανθρωπολογικής φυλής», υιοθετεί το επικρατούν, όπως αναφέρει, σύστημα «Των τριών γενικωτάτων φυλών: Λευκής, Κιτρίνης και Μελαίνης ή Μαύρης» και κατατάσσει «ανθρωπολογικώς» τους κατοίκους του ελλαδικού χώρου κατά την αρχαιότητα στη λευκή ή καυκασία φυλή και «μάλιστα… εις μίαν των καλλίστων υποδιαιρέσεων (των καλλίστην πασών) της φυλής ταύτης», την αρία.
Από την άλλη πλευρά, ο Γκομπινό από το Ρίο ντε Τζανέιρο, έγραφε:
«Αφήνω την Ελλάδα μέσα στην τέλεια αναρχία, χωρίς καμία δυνατότητα διακυβέρνησης. Κατά την προσωπική μου άποψη οι Μεγάλες Δυνάμεις έκαναν όλο το κακό ,βρήκαν έναν ανατολίτικο λαό και έμαθαν σε αυτούς τους τσοπάνηδες και τους γεωργούς ότι ήταν γιοι του Μιλτιάδη, πράγμα το οποίο δεν ήξεραν επειδή στην πραγματικότητα δεν ήταν, και ότι όφειλαν να κατέχουν την Κωνσταντινούπολη που οι πραγματικοί τους πρόγονοι δεν είχαν ποτέ.
Τους τρέλαναν με αυτήν την ιδέα. Τους έκαναν να πιστέψουν πως είμαστε έτοιμοι να κάνουμε τα πάντα γι’ αυτούς και πως όλοι οι θησαυροί της Ευρώπης τους ανοίγονται. Με τούτη την ωραία ιδέα έγιναν όλοι κατεργάρηδες».
(Επιστολή στον Αυστριακό διπλωμάτη Πρόκες-Όστεν, 31/8/1868).
Βλέπουμε δηλαδή τον ανθελληνισμό του Γκομπινό, ο οποίος σε ορισμένα σημεία, συμπλέει στις απόψεις του με εκείνες του ανεκδιήγητου Φαλμεράιερ.
Ο νεορατσισμός, προβάλλει τα δημοσιεύματα του Βλαστού, προφανώς επειδή τα θεωρεί τεκμήρια εγγύησης για την εξύψωση της «ελληνικής φυλής» και τη «φυλετική προστασία» των σύγχρονων Ελλήνων.
Τον 21ο αιώνα, ο Γκομπινό και οι Έλληνες που επηρεάστηκαν από τη φυλετική του θεωρία επανέρχονται.
Ακροδεξιοί κύκλοι, σε Ελλάδα και εξωτερικό, προσπαθούν να εξαγνίσουν τον Γκομπινό, «γενάρχη», «πατέρα» ή «θεωρητικό» του ρατσισμού όπως είχε επικρατήσει να θεωρείται.
Ισχυρίζονται μάλιστα, ότι η λέξη «ρατσισμός», επινοήθηκε από τον Λέον Τρότσκι! Είδαμε στην αρχή του άρθρου, ότι η λέξη «ρατσισμός» πρωτοεμφανίστηκε το 1902. Ο 23χρονος τότε Τρότσκι, κυνηγημένος από το τσαρικό καθεστώς, καθώς είχε συλληφθεί για τη συνεργασία του με την εφημερίδα «Ίσκρα» («Σπίθα»), που είχε ιδρύσει ο Λένιν και στην οποία γινόταν προβολή των σοσιαλιστικών-επαναστατικών του απόψεων, το 1902 κατάφερε να διαφύγει στη Βρετανία και θεωρούμε απίθανο να είναι αυτός ο «πατέρας» της λέξης ρατσισμός.
Οι ίδιοι κύκλοι επίσης, χρεώνουν τον επίσημο ορισμό της λέξης ρατσισμός στον Γερμανό ομοφυλόφιλο κομμουνιστή Magnus Hirschfeld, εβραϊκής καταγωγής. Ο Χίρσφελντ (1868-1935), γιατρός και πρωτεργάτης για την κατάργηση του άρθρου 175 του γερμανικού Συντάγματος του 1871, που ποινικοποιούσε την ομοφυλοφιλία, μετά την άνοδο των ναζί στην εξουσία αυτοεξορίστηκε. Στις 6 Μαΐου 1933, οι ναζί κατέστρεψαν το Ινστιτούτο Σεξολογίας του στο Μόναχο, ενώ η βιβλιοθήκη του ήταν από τις πρώτες που κάηκαν δημόσια, στην πυρά.
Γενικότερα, τα τελευταία χρόνια, υπάρχει μια τάση αναβίωσης του ρατσισμού, ο οποίος είχε περιθωριοποιηθεί μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ας μην ξεχνάμε βέβαια και το καθεστώς του απαρτχάιντ που ίσχυε στη Νότια Αφρική ως το 1993.
Έργα όπως το «The Bell Curve»(1994), των Murray και Herrnstein, είχαν σημαντική συμβολή στην επαναφορά στο προσκήνιο του ρατσισμού.
Εθνοκεντρισμός και ρατσισμός
Εκτός από το πρόβλημα της διάκρισης μεταξύ φυλής και εθνικής ομάδας, υπάρχει το πρόβλημα μεταξύ εθνοκεντρισμού και ρατσισμού. Στον εθνοκεντρισμό, η υποτιθέμενη κατωτερότητα, οι αδυναμίες και τα αρνητικά χαρακτηριστικά μιας ομάδας, πιστεύεται ότι καθορίζονται πολιτιστικά, ενώ στον ρατσισμό, οι αδυναμίες είναι εγγενείς.
Μερικές φορές, δεν είναι εύκολη η διάκριση ανάμεσα σε ρατσισμό και εθνοκεντρισμό. Έτσι π.χ. στην περίπτωση του αντισημιτισμού, αυτός λαμβάνει άλλοτε πολιτιστική και άλλοτε ρατσιστική χροιά.
Ο εθνοκεντρισμός είναι πολύ ευρύτερο φαινόμενο από τον ρατσισμό και σχεδόν παγκόσμιο, καθώς όλοι θεωρούν τον δικό τους τρόπο ζωής ανώτερο από εκείνον των υπολοίπων, ακόμα και των πλέον φιλικών τους εθνών. Οι ρατσιστικές κοινωνίες είναι σχεδόν πάντα και εθνοκεντρικές, αντίθετα οι εθνοκεντρικές κοινωνίες μάλλον σπάνια είναι και ρατσιστικές.
Πηγές: Φωτεινή Ασημακοπούλου, «Η «καθαρή» κοινωνία: από τον Γκομπινό στην Ελλάδα του 21ου Αιώνα», κεφάλαιο του βιβλίου «Φυλετικές Θεωρίες στην Ελλάδα», ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ & ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ», 2017. «ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΣΚΕΨΗΣ», εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ 2008. ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΠΥΡΟΣ-ΛΑΡΟΥΣ-ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ, Τ.44, εκδ. 2007