Σύμφωνα με τις πηγές, ο αριθμός των ξένων εργατών που χρησιμοποιήθηκαν από το ναζιστικό καθεστώς ανήλθε στα 5,5 εκατομμύρια περίπου. Η ελληνική «αποστολή» δεν ξεπέρασε τα 11.000 άτομα. Ένα μέρος αυτών ανταποκρίθηκε οικειοθελώς στις προσκλήσεις των κατοχικών αρχών για εργασία, η πλειονότητα, ωστόσο προέκυψε δια της αιχμαλωσίας. Οι αλλοδαποί εργάτες κάλυψαν τις ανάγκες της πολεμικής βιομηχανίας του Ράιχ και χρησίμεψαν στην κατασκευή έργων υποδομής αρχικώς, οχυρωματικών στη συνέχεια. Στο τέλος του πολέμου μετατράπηκαν σε ανθρώπινη ασπίδα έναντι των Συμμαχικών βομβαρδισμών. Οι συνθήκες διαβίωσης και εργασίας τους υπήρξαν κατά κανόνα άθλιες. Διέμεναν σε πρόχειρα στρατόπεδα στον προαύλιο χώρο εργοστασίων ή κοντά στα εργοτάξια (τούνελ, σιδηροδρομικές γραμμές κ.α).
Η Συμμαχική απόβαση στη Νορμανδία τον Ιούνιο του 1944 ως γεγονός-καταλύτης στην ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η σταδιακή έκτοτε πορεία προς την οριστική ήττα της ναζιστικής Γερμανίας, αύξησε τις ανάγκες της για υποστήριξη στα μετόπισθεν, επιτείνοντας το δράμα των ξένων εργατών. Στην Ελλάδα την ίδια περίοδο, οι Γερμανοί επιδόθηκαν σε μία άνευ προηγουμένου καταστροφή της υπαίθρου (στο πλαίσιο μιας στρατηγικής παράδοσης «καμένης γης») και αποδυνάμωση των αστικών κέντρων από τον ενεργό ανδρικό πληθυσμό τους μέσω της διενέργειας μπλόκων και συλλήψεων.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 χάριν ενός διακανονισμού που συνόδευσε την περίφημη «υπόθεση Μέρτεν» ανάμεσα στην ελληνική πολιτεία και την τότε Δυτική Γερμανία αποδόθηκε ένα ποσό της τάξεως των 115 εκατομμυρίων μάρκων που διαμοιράστηκε σε όσους βίωσαν τη φρίκη του εγκλεισμού σε ναζιστικά στρατόπεδα. Η ιστορική έρευνα ωστόσο παραμένει ανοιχτή ως προς το ζήτημα της εργασίας στο Γ Ράιχ.
*Η στήλη ευχαριστεί θερμά την Δρ. Φιλόλογο κ. Αννίτα Παναρέτου για την παραχώρηση στοιχείων της πολύχρονης και υπό έκδοση έρευνας της για την περίπτωση των εγκλείστων μη Εβραίων Ελλήνων υπηκόων σε ναζιστικά και φασιστικά στρατόπεδα και φυλακές την περίοδο 1941-1945. Το φωτογραφικό υλικό που συνοδεύει το άρθρο προέρχεται επίσης από προσωπική συλλογή της κ. Παναρέτου.